A fishing boat is tied up at the pier on Ios.

Learning Greek

Greek flag

Vocabulary

Some Words

ο άντρας = man
η γυναίκα = woman
το αγόρι = boy
το κορίτσι = girl
το παιδί = child

το βιβλίο = book
η εφημερίδα = newspaper
η βάρκα = boat
το φέριμποτ = ferry
το πλοίο = ship
το αυτοκίνητο = automobile
το λεωφορείο = bus

Question Words

πού = where
από που = from where
εκεί πού / όπου = in which place
πότε = when
τι = what
γιατί = why
πώς = how
ποιός / ποια / ποιο = who, or which one, or what
ποιανής / ποιανού / ποιανών / τίνος = whose (of who)
πόσο = how much
πόσα / πόσες = how many

ερώτηση = question
απάντηση = answer

εδώ = here
εκεί = there

Food and Drink

το φαγητό = food
το γεύμα = meal
το νερό = water
ο χυμός = juice
το σκαρί = wine
ο καφές = coffee
το μήλο = apple
το πορτοκάλι = orange
η φράουλα = strawberry
το φρούτο = fruit
το χορταρικό = vegetable

το αβγό = egg
το κοτόπουλο = chicken
κρέας = meat
το ψάρι = fish
το ψωμί = bread
το ρύζι = rice
ο πάλος = ice
το τυρί = cheese
το αγγούρι = cucumber
η ντομάτα = tomato
το κρεμμόδι = onion
η ελιά = olive
η ελαιόλαδο = olive oil

Animals

το ζώο = animal
ο σκύλος = dog
η γάτα = cat
το κουτάβι = puppy
το γατάκι = kitten
ο λύκος = wolf
η αλειπού = fox
το ποντίκι = mouse
το φηλαστικό = mammal
η πάπια = duck
ο αετός = eagle
το κοτό = chicken
ο γλάρος = gull
η κουκουβάγια = owl
το πουλί = bird

το ψάρι = fish
το δελφίνι = dolphin
ο κάβουρας = crab
το χταπόδι = octopus
η αράχνη = spider
το μυρμήγκι = ant
η πεταλούδα = butterfly
το έντομο = insect

Family

η οικογένεια = family
η μητέρα = mother
ο πατέρας = father
ο γιος = son
η κόρη = daughter
ο θείος = brother
η αδερφή = sister
η γιαγιά = grandmother
ο παππούς = grandfather
ο θείος = uncle
η θεία = aunt
ο ξάδερφος = cousin

η γέννηση = birth
ο θάνατος = death

Clothing

τα ρούχα = clothes
το πουκάμισο = shirt
η φούστα = skirt
το καπέλο = hat
τα καπούτσες = shoes
οι κάλτσες = socks
το παντελόνι = pants
το παλτό = coat

το φόρεμα = dress
το κοστούμι = suit
η στολή = uniform
τα εσώρουχα = underwear
το πορτοφόλι = wallet
η τσέπη = pocket
η μάσκα = mask
το μαντίλι = scarf
η ζώνη = belt

Weather

ο καιρός = the weather
ο ήλιος = the sun
έχει ήλιο = it's sunny
η ζέστη = the heat
το κρύο = the cold
κάνει ζέστη = it's hot
κάνει κρύο = it's cold

ο αέρας = the wind
έχει αέρα = it is windy
βρέχει = it is raining
χιονίζει = it is snowing
έχει ομίχλη = it is foggy
έχει συννεφιά = it is cloudy

Appearance / Body

άσχημος = ugly
όμορφος, ωραίος = beautiful
ψηλός = tall
κοντό = short
λίπος, χοντρός = fat
αδύνατος = thin
αδύναμος = weak
δυνατός = strong
ξανθός = blond
μελαχρινός = dark-haired
κοκκινομάλλος = red-haired
καθαρός = clean
βρόμικος = dirty
νέος = young
γέρος = old
αρχαίος = ancient

το κεφάλι = the head
το πρόσωπο = the face
το αυτί = the ear
το μάτι = the eye
το χείλιος = the lip
το στόμα = the mouth
η μύτη = the nose
τα μαλλιά = the hair
το πόδι = the leg, the foot
το χέρι = the arm, the hand

Adjectives

αριστερός = left
δεξός = right
ανοιχτός = open
κλειστός = closed
ζεστός = hot
κρύος = cold
επόμενος = next
πρόσφατος = recent
τελικός = final
τέλειος = perfect, excellent, great
υπέροχος = wonderful
εξαιρετικός = excellent
ενδιαφέρων = interesting
κουρασμένος = tired
γενικός = general
ιδιαίτερος = special
σκέτος = plain, ordinary, black (coffee)
φυσιολογικός = normal
πραγματικός = real
διαφορετικός = different
τοπικός = local

εύκολος = easy
δύσκολος = difficult
βασικός = basic
τα βασικά = the basics
προχωρημένος = advanced
προσωπικός = personal, private
ωραίος = nice
σημαντικός = important
απαραίτητος = necessary
πιθανός = probable
δυνατός = possible
αδύνατος = impossible
ερίσημος = official, formal
ανερίσημος = unofficial, informal
νόμιμος = legal
στρατιωτικός = military
δίγλωσσος = bilingual
διάσημος = famous

ολόκληρος = entire
μερικός = partial
ζωντανός = alive
νεκρόσ = dead
γρήγορος = fast
αργός = slow
ακριβός = expensive
φθηνός = cheap

ξύλινος = wooden
μεταλλικός = metal
ρέτρινος = stone

Character

ο χαρακτήρας = character

καλός = good
κακός = bad
απαίσιος = awful, terrible

έξυπνος = smart
τίμιος = honest
υπεύθυνος = responsible
γενναίος = brave
τέλειος = perfect, excellent, great

γλυκός = sweet
φιλικός = friendly
ευγενικός = kind, polite
κοινωνικός = sociable, social
συμπαθητικός = likeable
αντιπαθητικός = unlikeable
αγενής = rude
εγωιστής = selfish, or an egoist

ανεξάρτητος = independent
ήσυχος = quiet (calm)
ήρεμος = quiet (silent)
γενναιόδωρος = generous
θετικός = positive
αρνητικός = negative

σοβαρός = serious
ανόητος = silly
αστείος = funny
τρελός = crazy
παράξενος = weird

Αγαπώ τους φιλικούς σας συγγενείς. = I love your friendly relatives.
Βλέπω τους συγγενείς της αγενούς γυναίκας. = I see the rude woman's relatives.
Ο σύζυγος της αδερφής μου είναι ανόητοσ αλλά ειλικρινής. = My sister's husband is silly but honest.

Colors and Numbers

τα χρώματα = the colors
πολύχρωμος = multicolored
ανοιχτός = light
σκούρος = dark
βαθύς = dark, deep
λευκός = white
άσπρος = white
γκρίζος = grey
μαύρος = black
ασπρόμαυρος = white and black
καφέ, καστανός = brown
κόκκινος = red
ροζ = pink
πορτοκαλής = orange
κίτρινος = yellow
πράςινος = green
μπλε = dark blue
γαλάζιος = light blue
βιολετί = violet
μοβ = purple

0 = μηδέν
1 = ένας
2 = δύο
3 = τρία
4 = τέσσερα
5 = πέντε
6 = έξι
7 = εφτά
8 = οκτώ
9 = εννέα
10 = δέκα
11 = έντεκα
12 = δώδεκα
13 = δεκατρείς
14 = δεκατέσσερα
15 = δεκαρέντε
16 = δεκαέξι
17 = δεκαεπτά
18 = δεκαοκτώ
19 = δεκαεννέα

1,111 = χίλια εκατό έντεκα
2,222 = δύο χιλιάδες διακόσια είκοσι δύο
3,333 = τρεις χιλιάδες τριακόσιες τριάντα τρεις
4,444 = τέσσερις χιλιάδες τετρακόσιες σαράντα τέσσερις
5,555 = πέντε χιλιάδες πεντακόσιες πενήντα πέντε
6,666 = έξι χιλιάδες εξακόσιες εξήντα έξι
7,777 = επτά χιλιάδες επτακόσιες εβδομήντα επτά
8,888 = οκτώ χιλιάδες οκτακόσιες ογδόντα οκτώ
9,999 = εννιά χιλιάδες εννιακόσιες ενενήντα εννέα
1,000,000 = εκατομμύριο

half = μίσα
infinity = άπειρο
none = κανένα

first = πρώτος
second = δεύτερος
third = τρίτος
fourth = τέταρτος
fifth = πέμπτος
last = τελευταίος

Times and Dates

το πρωί = morning
η μεσημέρι = midday
το αρόγευμα = afternoon
το βράδυ = evening
η νύχτα = night
τα μεσάνυχτα = midnight

τώρα = now
αργότερα = later
σήμερα = today
απόψε = tonight
χθες = yesterday
αύριο = tomorrow
μεθαύριο = day after tomorrow
πέρυσι = last year
φέτος = this year
του χρόνου = next year
πριν από τρία χρόνια = three years ago
μέχρι αύριο = until tomorrow

το δευτερόλεπτο = second
το λεπτό = minute
η ώρα = hour
έντεκα η ώρα = eleven o'clock
η ημέρα = day
η εβδομάδα = week
ο μήνας = month
ο χρόνος = year
η δεκαετία = decade
ο αιώνας = century
η χιλιετία = millennium
η εποχή = epoch

η στιγμή = moment, instant
η περίοδος = period
η γενιά = generation
η αρχή = beginning
το τέλος = end
πάλι = again
η ηλικία = age
η ημερομηνία = date
το ημερολόγιο = diary

η Κυριακή = Sunday
η Δευτέρα = Monday
η Τρίτη = Tuesday
η Τετάρτη = Wednesday
η Πέμπτη = Thursday
η Παρασκευή = Friday
το Σάββατο = Saturday
το Σαββατοκύριακο = weekend

οι εποχές = seasons
ο χειμώνας = winter
η άνοιξη = spring
το καλοκαίρι = summer
το φθινόπωρα = autumn

το ημερολόγιο = calendar
ο Ιανουάριος = January
ο Θεβρουάριος = February
ο Μάρτιος = March
ο Απρίλιος = April
ο Μάιος = May
ο Ιούνιος = June
ο Ιούλιος = July
ο Αύγουστος = August
ο Σεπτέμβριος = September
ο Οκτώβριος = October
ο Νοέμβριος = November
ο Δεκέμβρης = December

έξι παρά είκοσι = twenty to six
έξι παρά τέταρτο = quarter to six
έξι και είκοσι = twenty past six
έξι και τέταρτο = quarter past six
έξι και μισή = half past six

από τις ... μέχρι τις ... = from ... to ...

Verbs

τρώω = eat
πίνω = drink
δοκιμάζω = taste
διαβάζω = read, study
μιλώ = speak
λέω = say
τραγουδώ = sing

βλέπω = see
κοιτάζι = look at
ακούω = hear
δείχνω = show, point to
αγγίζω = touch

βάζω = put
δίνω = give
παίρνω = take, receive
λαμβάνω = take, receive
φέρνω = bring
αφήνω = leave
φορώ = wear

πηγαίνω = go, take (also πάω)
φεύγω = depart
φθάνω = arrive
περπατώ = walk
τρέχω = run
πέφτω = fall
κολυμπάω = swim
χορεύω = dance
πετώ = fly (also throw away)

δουλεύω = work
γράφω = write
υπογράφω = sign (a letter)
σχεδιάζω = draw, design
φτιάχνω = make
κάνω = make
χρησιμοποιώ = use
βοηθάω = help
μαγειρεύω = cook
καθαρίζω = clean
παίζω = play
νικάω = win

ζω = live
υπάρχω = exist
μπορώ = can, be able to
απαγορεύω = forbid
ξέρω = know
αγαπώ = love
αρέσω = like (cause to like)
νοιάζω = care (cause to care)

θέλω = want
αγοράζω = buy
πληρώνω = pay
κοστίζω = cost

Like or αρέσω is very weird.
That man likes my clothes.
Τα ρούχα μου αρέσουν σε εκείνον τον άντρα.
Literally: The clothes of-me cause-to-like in that-the-man.

Care or νοιάζω is similarly weird.
We don't care.
Δεν μας νοιάζει.
Literally: It doesn't to-us cause-to-care.

Verbs — Present 2

ανοίγω = open
κλείνω = close, book (a taxi)
αλλάζω = change
στέλνω = send
επιστρέφω = return
παραδίδω = deliver
προσφέρω = offer
παρουσιάζω = present, show
παραλαμβάνω = receive, collect
καλούμω = call (on phone)
παίρνω τηλέφωνο = call (on phone)
σηκώνω = lift, pick up (phone)
ανατρέφω = raise
στεγνώνω = dry off

σταματώ = stop
φεύγω = leave
ακολουθώ = follow

βρίσκω = find
χάνω = lose (misplace), miss
πετώ = throw away, discard (also fly)
αποτυγχάνω = fail

ανήκω = belong to
συμπεριλαμβάνω = include
περιέχω = contain, have, include

ρωτώ = ask
πιστεύω = believe
αμφιβάλλω (για) = doubt
ελπίζω = hope
εννοώ = mean (intend)
σημαίνω = mean (signify)
νιώθω = feel
νομίζω = think
μελετώ = study

κοιτάζω = look at
ψάχνω (για) = look for
προσέχω = pay attention to, look after, take care of
διατηρώ = keep, maintain, preserve

δοκιμάζω = try
βελτιώνω = improve
συμβαίνω = happen
επιτρέπω = allow

παρακαλώ = request, beg
ευχαριστώ = thank

αξίζω = deserve, have value

Verbs — Present 3

See the verbs page for how passive verbs use different endings.

ξεκινώ = start
τελειώνω = finish
αναγνωρίζω = recognize, acknowledge
υποστηρίζω = support
προσπαθώ = try, attempt
συνεχίζω = continue
αγοράζω = buy
πουλάω = sell
παραγγέλνω = order
ξοδεύω = spend, waste
περνώ = spend time
κρατώ = keep
γεμίζω = fill
απαντώ = answer
συναντώ = meet
συστήνω = introduce
κόβω = cut
χτενίζω = comb

εύχομαι = wish
θυμάμαι = remember
βαριέμαι = be bored
κοιμούμαι = sleep
εμπιστεύομαι = trust
έρχομαι = come
χρειάζομαι = need

μπαίνω (μέσα) = go in
βγαίνω = go out
κατεβαίνω από = get out of
κατεβαίνω = come down from

ανεβαίνω = climb

κερδίζω = win
χάνω = lose

γνωρίζω = know
καταλαβαίνω = understand, remember

χτυπώ, χτυπάω = hit, beat, strike
πονώ = hurt
σώζω = save, rescue
εμποδίζω = prevent

πλένω = wash

πιάνω = catch

εμποδίζω = block the way

Occupations

Τι εργασία κάνεις; = What work do you do?
η καριέρα = career
το επάγγελμα = profession
ο επαγγελματίας = professional
στη δουλειά = at work
δουλεύω = to work
η δουλειά = the work
η εργασία = the job

ο μηχανικός = engineer, mechanic
ο ηλεκτρολόγος = electrician
ο υδραυλικός = plumber
ο οικοδόμος = construction worker
το αγρότης = farmer
ο αρχιτέκτονας = architect

ο παπάς = priest
η γιατρός = doctor
ο κτηνίατρος = veterinarian
ο δικηγόρος = lawyer
ο δικαστής = judge

η αστυνομία = police officer
ο πυροσβέστης = firefighter
η φρουρός, η φύλακα = guard
ο στρατιώτης = soldier
η αξιωματικός = officer
ο καπετάνιος = ship's captain

ο μαθητής = student
ο συγγραφέας = author
ο συντάκτης = editor

η διευθυντής = director
ο προϊστάμενος = manager
το αφεντικό = boss
η γραμματέας = secretary
ο εργάτης = worker
το προσωπικό = staff

η καλλιτέχνιδα = artist
ο ηθοποιός = actor
το μοντέλο = model

ο μάγειρας = cook, chef
ο σερβιτόρος = waiter
ο σερβιτόρα = waitress
η καθαρίστρια = cleaner
ο οδηγός ταξί = taxi driver

Objects

το ραδιόυωνο = radio
η τηλεόραση = television
ο υπολογιστής = computer
η οθόνη = screen, monitor
το κινητό = mobile phone
το τηλέφωνο = telephone
η κάμερα = camera
η λάμπα = lamp, lightbulb
η συσκευή = device, appliance
το πράγμα = thing
το κομμάτι = piece
το αντικείμενο = object, possession

το πιάτο = plate
το μπολ = bowl
το ποτήρι = glass
η κούπα = cup
το πιρούνι = fork
το κουτάλι = spoon
το μαχαίρι = knife
το καλαμάκι = straw
το μπουκάλι = bottle
το τηγάνι = frying pan
η κατσαρόλα = cooking pot, baking pan

η καρέκλα = chair
το τραπέζι = table
το κρεβάτι = bed
το μαξιλάρι = pillow
η κουβέρτα = blanket
το σεντόνι = bedsheet
η οδοντόβουρτσα = toothbrush
η οδοντόκρεμα = toothpaste
το σαπούνι = soap
η πετσέτα = towel
το αποσμητικό = deodorant
το ξυράφι = razor
η χτένα = comb
το σφουγγάρι = sponge
το πιστολάκι = hairdryer

η μηχανή = engine, machine
η ρόδα = wheel
η σημαία = flag
η αλυσίδα = chain
το σχοινί = rope
η κλωστή = string, thread
το βελόνι = needle
το κουτί = box
το καλάθι = basket
η τσάντα, η σακούλα = bag
το πιστόλι = pistol

το κλειδί = key
το ρολόι = clock
η καμπάνα = bell
η ομπρέλα = umbrella
ο κουμπαράς = moneybox, piggy bank
το παιχνίδι = toy
η μπαταρία = battery
το δώρο = gift

το χαρτί = paper
το στυλό = pen
το μολύβι = pencil
η γόμα = eraser
το ψαλίδι = scissors
το γράμμα, η επιστολή = letter
το τετράδιο = notebook
το περιοδικό = magazine
το μυθιστόρημα = novel

House

το σπίτι = house
ο τοίχος = wall
το πάτωμα = floor
το ταβάνι = ceiling
η πόρτα = door
το παράθυρο = window
η κουρτίνα = curtain
η σκεπή = roof

το δωμάτιο = room
τα έπιπλά = furniture
η τραεζαρία = dining room
το τραπέζι = table
το σαλόνι = living room
η βιβλιοθήκη = library, bookcase
το γραφείο = desk, office
ο καναπές = sofa
το χαλί = rug
η καρέκλα = chair
η πολυθρόνα = armchair
ο διάδρομος = hallway, corridor

η κουζίνα = kitchen
το ψυγείο = refrigerator
ο φούρνος = oven
το ντουλάπι = cabinet, cupboard
το συρτάρι = drawer
το ράφι = shelf
τα μαχαιροπίρουνα = silverware, cutlery

το μπάνιο = bathroom
η βρύση = faucet, tap
ο νεροχύτης = sink
ο νιπτήρας = washbasin
η τουαλέτα = toilet
η μπανιέρα = bathtub
το ντουζ = shower
ο καθρέφτης = mirror

το υπνοδωμάτιο = bedroom
το κρεβάτι = bed
το φως = light
το φωτιστικό = lamp, light fixture
η λάμπα = lamp, lightbulb
η ντουλάπα = closet

το υπόγειο = basement
η σοφίτα = attic
η αποθήκη = storage room, pantry
η σκάλα = stairs, ladder
το καλοριφέρ = radiator

το μπαλκόνι = balcony
ο κήποσ = garden
η αυλή = yard
η πισίνα = swimming pool

Sizes

ποσό = amount
μεγάλος = large
τεράστιος = huge
μικρός = small
μικροσκοπικός = tiny

μισό = half
διπλός = double
τριπλό = triple
τα τριπλά = three times as much
το ζευγάρι = couple, pair

ανά = per

μέσοσ = average
η πλειοψηφία = the majority

ζυγίζω = weigh
μετρώ = measure, count

περισσότερο = more (mass)
περισσότερες = more (count)
λίγο = less (mass)
λιγότερο = less, fewer (count)

πολύ λίγα = very few
πολλή = a lot, much (mass)
πολύ = a lot
αρκετή = a lot of, much of, enough of
πολλές, πολλοί = a lot of, many (count)
λίγο = a little
(οι) λίγοι = a few

το μήκος = length
το ύψος = height
το πλάτος = width
η διάσταση = dimension

μακρύς = long
κοντό = short
πλατιά = wide
φαρδιά = loose, wide (e.g., clothes)
στενός = narrow, tight (e.g., clothes)

το μέτρο = metre
το χιλιοστόμετρο = millimetre
το εκατοστό = centimetre
το χιλιόμετρο = kilometre

το μίλι = mile

το βάρος = weight

ελαφρός = light
βαρύς = heavy

το γραμμάριο = gram
το χιλιοστόγραμμο = milligram
το χιλιόγραμμο = kilogram
το κιλό = kilo
ο τόνος = tonne

ο όγκος = volume

το λίτρο = liter
το χιλιοστόλιτρο = milliliter

People

ο εχθρός = enemy
το όνομά = name
ο πολίτης = citizen
το άτομο = person
οι λαοί = people
κύριος = Mr.
ο κύριος = the gentleman
κυρία = Mrs.
η κυρία = the lady
ο τύπος = guy
η τύπισσα = gal

η νεολαία = youth (collectively)
ο φίλος = boyfriend
η φίλη = girlfriend
η κοπέλα = girlfriend
το φιλί = kiss
φιλήσω = to kiss

η κολλητή = best friend
η σχέση = relationship
το ζευγάρι = couple, pair
ο εργένης = bachelor
η παρέα = group of friends

ο γείτονας = neighbor
οι γείτονές = neighbors
οι γείτονισσές = neighbors

η επιτροπή = committee
το συνέδριο = conference
το ίδρυμα = institute
το τμήμα = department

η κουλτούρα = culture
ο πληθυσμός = population
το κοινό = audience

νεαρός = young
ηλικιωμένος = elderly
αρχαίος = ancient
τυχαίος = random
επειγόντως = emergency

το θύμα = victim

ο καθηγητής = professor
η διευθυντής = director, principal
ο διοκητής = commander

Greece

το πανηγύρι = fair
το μάρμαρο = marble
ο εμπορικός στόλος = merchant fleet
το λάδι = oil
η ελιά = olive, olive tree
το γλέντι = revelry, partying, feast
ο ποιμενικός = shepherd
το σφουγγάρι = sponge
η λιακάδα = sunshine

η Ελλάδα = Greece
τα ελληνικά = Greek language
ο Έλληνκς = Greek person
ελληνικός = Greek